ασυγυρισιά

ασυγυρισιά
η
1) беспорядок (в квартире); 2) небрежность (в туалете)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "ασυγυρισιά" в других словарях:

  • ασυγυρισιά — η η ακαταστασία …   Dictionary of Greek

  • αστρωσιά — η (Α ἀστρωσία) [άστρωτος] η έλλειψη στρώματος, το να κοιμάται κανείς χωρίς στρώμα, δηλαδή καταγής νεοελλ. η ακαταστασία, η ασυγυρισιά …   Dictionary of Greek

  • ασυγύριστος — η, ο επίρρ. α αυτός που δεν είναι συγυρισμένος, ατακτοποίητος, απεριποίητος: Είσαι πια κοπέλα και δεν μπορείς να γυρίζεις ασυγύριστη. Ουσ. ασυγυρισιά, η ακαταστασία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»